ζαβολιάρης
•
- που κάνει όλο ζαβολιές, μικρές απάτες οι οποίες όμως (στην στατιστική τους πλειοψηφία) δεν έχουν ποινικό χαρακτήρα, που κλέβει στο παιχνίδι, που κάνει κατεργαριές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζαβολιάρης < ζαβολ(ιά) + -ιάρης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζαβολιάρης | ζαβολιάρα | ζαβολιάρικο |
| Γενική | ζαβολιάρη | ζαβολιάρας | ζαβολιάρικου |
| Αιτιατική | ζαβολιάρη | ζαβολιάρα | ζαβολιάρικο |
| Κλητική | ζαβολιάρη | ζαβολιάρα | ζαβολιάρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζαβολιάρηδες | ζαβολιάρες | ζαβολιάρικα |
| Γενική | ζαβολιάρηδων | — | ζαβολιάρικων |
| Αιτιατική | ζαβολιάρηδες | ζαβολιάρες | ζαβολιάρικα |
| Κλητική | ζαβολιάρηδες | ζαβολιάρες | ζαβολιάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →