Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζαβολιάρης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που κάνει όλο ζαβολιές, μικρές απάτες οι οποίες όμως (στην στατιστική τους πλειοψηφία) δεν έχουν ποινικό χαρακτήρα, που κλέβει στο παιχνίδι, που κάνει κατεργαριές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ζαβολιάρης < ζαβολ(ιά) + -ιάρης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζαβολιάρηςζαβολιάραζαβολιάρικο
Γενικήζαβολιάρηζαβολιάραςζαβολιάρικου
Αιτιατικήζαβολιάρηζαβολιάραζαβολιάρικο
Κλητικήζαβολιάρηζαβολιάραζαβολιάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζαβολιάρηδεςζαβολιάρεςζαβολιάρικα
Γενικήζαβολιάρηδων—ζαβολιάρικων
Αιτιατικήζαβολιάρηδεςζαβολιάρεςζαβολιάρικα
Κλητικήζαβολιάρηδεςζαβολιάρεςζαβολιάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →