ζαβολιάρικος
•
- που έχει σχέση με ζαβολιάρη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζαβολιάρικος < ζαβολιάρης + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζαβολιάρικος | ζαβολιάρικη | ζαβολιάρικο |
| Γενική | ζαβολιάρικου | ζαβολιάρικης | ζαβολιάρικου |
| Αιτιατική | ζαβολιάρικο | ζαβολιάρικη | ζαβολιάρικο |
| Κλητική | ζαβολιάρικε | ζαβολιάρικη | ζαβολιάρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζαβολιάρικοι | ζαβολιάρικες | ζαβολιάρικα |
| Γενική | ζαβολιάρικων | ζαβολιάρικων | ζαβολιάρικων |
| Αιτιατική | ζαβολιάρικους | ζαβολιάρικες | ζαβολιάρικα |
| Κλητική | ζαβολιάρικοι | ζαβολιάρικες | ζαβολιάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →