Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζαβολιάρικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με ζαβολιάρη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ζαβολιάρικος < ζαβολιάρης + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζαβολιάρικοςζαβολιάρικηζαβολιάρικο
Γενικήζαβολιάρικουζαβολιάρικηςζαβολιάρικου
Αιτιατικήζαβολιάρικοζαβολιάρικηζαβολιάρικο
Κλητικήζαβολιάρικεζαβολιάρικηζαβολιάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζαβολιάρικοιζαβολιάρικεςζαβολιάρικα
Γενικήζαβολιάρικωνζαβολιάρικωνζαβολιάρικων
Αιτιατικήζαβολιάρικουςζαβολιάρικεςζαβολιάρικα
Κλητικήζαβολιάρικοιζαβολιάρικεςζαβολιάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →