Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζαβομάρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να είναι κανείς ζαβός, η ανοησία ή η ιδιοτροπία, η παραξενιά Βικιλεξικό
    • 20ός/21ος αιώνας ⌘ Ιωάννα Καρυστιάνη, 1952‑ Μικρά Αγγλία, (1997), [μυθιστόρημα]

Ετυμολογία

ζαβομάρα < ζαβός + -ομάρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήζαβομάραζαβομάρες
Γενικήζαβομάρας—
Αιτιατικήζαβομάραζαβομάρες
Κλητικήζαβομάραζαβομάρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →