Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζαλικώνω

ρήμα
•
  1. φορτώνω στους ώμους κάποιου ένα φορτίο Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάαγγαρεύω κάποιον να κάνει μια δυσάρεστη δουλειά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ζαλικώνω < ζαλίκι + -ώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςζαλικώνωζαλικώνειςζαλικώνειζαλικώνουμεζαλικώνετεζαλικώνουν / ζαλικώνουνε
Παρατατικόςζαλίκωναζαλίκωνεςζαλίκωνεζαλικώναμεζαλικώνατεζαλίκωναν / ζαλικώναν / ζαλικώνανε
Αόριστοςζαλίκωσαζαλίκωσεςζαλίκωσεζαλικώσαμεζαλικώσατεζαλίκωσαν / ζαλικώσαν / ζαλικώσανε
Μέλλονταςθα ζαλικώνω / θα ζαλικώσωθα ζαλικώνεις / θα ζαλικώσειςθα ζαλικώνει / θα ζαλικώσειθα ζαλικώνουμε / θα ζαλικώσουμεθα ζαλικώνετε / θα ζαλικώσετεθα ζαλικώνουν / θα ζαλικώνουνε / θα ζαλικώσουν / θα ζαλικώσουνε
Παρακείμενοςέχω ζαλικώσειέχεις ζαλικώσειέχει ζαλικώσειέχουμε ζαλικώσειέχετε ζαλικώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ζαλικώσειείχες ζαλικώσειείχε ζαλικώσειείχαμε ζαλικώσει——
Υποτακτικήνα έχω ζαλικώσει / να ζαλικώνω / να ζαλικώσωνα έχεις ζαλικώσει / να ζαλικώνεις / να ζαλικώσειςνα έχει ζαλικώσει / να ζαλικώνει / να ζαλικώσεινα έχουμε ζαλικώσει / να ζαλικώνουμε / να ζαλικώσουμενα έχετε ζαλικώσει / να ζαλικώνετε / να ζαλικώσετενα ζαλικώνουν / να ζαλικώνουνε / να ζαλικώσουν / να ζαλικώσουνε
Προστακτική—ζαλίκωνε / ζαλίκωσε——ζαλικώνετε / ζαλικώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →