ζαλωμένος
•
- φορτωμένος με βαρύ φορτίο Βικιλεξικό
- αγγαρεμένος, επιφορτισμένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζαλωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ζαλώνω
Άλλοι τύποι
ζαλικωμένοςζαλωμέναζαλωμένεζαλωμένεςζαλωμένηζαλωμένηςζαλωμένοζαλωμένοιζαλωμένοςζαλωμένουζαλωμένουςζαλωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →