ζαμάνι
•
- μεγάλο χρονικό διάστημα· χρησιμοποιείται συνήθως στην έκφραση «χρόνια και ζαμάνια» (για πολύ καιρό) Βικιλεξικό
- Ἐκεῖνον τόν παλιόν καιρό, καί τό παλιό ζαμάνι, μ' εἶχεν ἡ χώρα προεστόν, μ' εἶχεν ἡ χώρα πρῶτον (Ν.Γ. Πολίτης, Λαογραφία, τόμος 1, Ἀκριτικά ἄσματα. Ὁ θάνατος τοῦ Διγενῆ, Ελληνική Λαογραφική Εταιρεία, 1909, σελ. 273. Καταγράφεται με τίτλο: Ηπείρου και γίνεται αναφορά στο: Αραβαντινού, σελ. 297, αρ. 495)
- Για ένα ζαμάνι τον έθελγε ιδιαίτερα να εντρυφεί στις επάρατες νόσους αλλά και στους βίαιους τρόπους θανάτου. Μπορούσε, ας πούμε, να σου περιγράψει γλαφυρότατα τον μηχανισμό του εμφράγματος (Χρήστος Χωμενίδης, Ο κόσμος στα μέτρα του, εκδ. Πατάκης, 2016)
Ετυμολογία
ζαμάνι < (άμεσο δάνειο) τουρκική zaman (χρόνος, εποχή, περίοδος) < περσική زمان (zamān)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζαμάνι | ζαμάνια |
| Γενική | ζαμανιού | ζαμανιών |
| Αιτιατική | ζαμάνι | ζαμάνια |
| Κλητική | ζαμάνι | ζαμάνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →