ζαμενής
•
- είδος (ανιοβόλου) φιδιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζαμενής < αρχαία ελληνική ζαμενής < ζα + μένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
ζαμενής < αρχαία ελληνική ζαμενής < ζα + μένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →