ζαρίζω
•
- για τον ήλιο ή το φωςαρχίζω να φαίνομαι, ανατέλλω, προβάλλω, φωτίζω Βικιλεξικό
- Θα ξεκινήσουμε νωρίς, μόλις ζαρίσει ο ήλιος.
- βλέπω αμυδρά, μόλις που διακρίνω Βικιλεξικό
- Στὰ κορφοβούνια θ' ἀνεβῶ, ποὺ δὲ ζαρίζει ὁ ἥλιος. (Κώστας Κρυστάλλης, «Περδικομάτα», Τραγούδια τῆς στάνης, π. 1912)
- γρινιάζω (για τα σκυλιά) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζαρίζω < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →