Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζαρίζω

/zaˈɾi.zo/ρήμα
•
  1. για τον ήλιο ή το φωςαρχίζω να φαίνομαι, ανατέλλω, προβάλλω, φωτίζω Βικιλεξικό
    • Θα ξεκινήσουμε νωρίς, μόλις ζαρίσει ο ήλιος.
  2. βλέπω αμυδρά, μόλις που διακρίνω Βικιλεξικό
    • Στὰ κορφοβούνια θ' ἀνεβῶ, ποὺ δὲ ζαρίζει ὁ ἥλιος. (Κώστας Κρυστάλλης, «Περδικομάτα», Τραγούδια τῆς στάνης, π. 1912)
  3. γρινιάζω (για τα σκυλιά) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ζαρίζω < → λείπει η ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →