ζαρίφισσα
•
- θηλυκό του ζαρίφης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζαρίφισσα < ζαρίφ(ης) + κατάληξη θηλυκού -ισσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζαρίφισσα | ζαρίφισσες |
| Γενική | ζαρίφισσας | — |
| Αιτιατική | ζαρίφισσα | ζαρίφισσες |
| Κλητική | ζαρίφισσα | ζαρίφισσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →