Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζαργάνα

/zaɾˈɣa.na/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ψάρι του γένους Belone, (επιστημονική ονομασία Belone belone), με μακρόστενο κορμί και ρύγχος που μοιάζει με βελόνα Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάόμορφη και με ωραίο σώμα κοπέλα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ζαργάνα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ζαργάνα < πιθανόν ελληνιστική κοινή σαργάνη (πλέγμα, πλεξίδα· καλάθι, κοφίνι)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήζαργάναζαργάνες
Γενικήζαργάναςζαργανών
Αιτιατικήζαργάναζαργάνες
Κλητικήζαργάναζαργάνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →