ζαργάνα
•
- ψάρι του γένους Belone, (επιστημονική ονομασία Belone belone), με μακρόστενο κορμί και ρύγχος που μοιάζει με βελόνα Βικιλεξικό
- μεταφορικάόμορφη και με ωραίο σώμα κοπέλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζαργάνα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ζαργάνα < πιθανόν ελληνιστική κοινή σαργάνη (πλέγμα, πλεξίδα· καλάθι, κοφίνι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζαργάνα | ζαργάνες |
| Γενική | ζαργάνας | ζαργανών |
| Αιτιατική | ζαργάνα | ζαργάνες |
| Κλητική | ζαργάνα | ζαργάνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →