ζαριφλίκι
•
- ιδιωματικόη εμφάνιση ή η συμπεριφορά του ζαρίφη, κομψότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζαριφλίκι < ζαρίφ(ης) + -λίκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζαριφλίκι | ζαριφλίκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | ζαριφλίκι | ζαριφλίκια |
| Κλητική | ζαριφλίκι | ζαριφλίκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →