ζαρκάδα
•
- θηλαστικό ζώοτο (θηλυκό) ζαρκάδι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζαρκάδα < αρχαία ελληνική ζορκάς / δορκάς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *yorkos (ζαρκάδι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζαρκάδα | ζαρκάδες |
| Γενική | ζαρκάδας | ζαρκάδων |
| Αιτιατική | ζαρκάδα | ζαρκάδες |
| Κλητική | ζαρκάδα | ζαρκάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →