ζαρτιέρα
•
- ενδυμασίαγυναικείο εσώρουχο σε μορφή ζώνης με ιμάντες οι οποίοι συγκρατούν τις κάλτσες Βικιλεξικό
- Αυτός κατάλαβε πως πήγαινε στο καμαρίνι της για ν' αλλάξει: ίσως την έσφιγγε η ζαρτιέρα της ή το σουτιέν. (Βασίλης Βασιλικός, Ο Ευρωπέος και η ωραία του υπερπέραν, συναισθηματικο οδοιπορικό, εκδοτ. Οργανισμός Λιβάνη "Νέα Σύνορα", 1999)
Ετυμολογία
ζαρτιέρα < (άμεσο δάνειο) γαλλική jarretière + κατάληξη θηλυκού -α < jarret + -ιέρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζαρτιέρα | ζαρτιέρες |
| Γενική | ζαρτιέρας | — |
| Αιτιατική | ζαρτιέρα | ζαρτιέρες |
| Κλητική | ζαρτιέρα | ζαρτιέρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →