ζαρώνω
•
- αμετάβατοκάνω ζάρες Βικιλεξικό
- το πρόσωπό της ζάρωσε με τα χρόνια
- μεταβατικόδημιουργώ ζάρες Βικιλεξικό
- μη μου ζαρώνεις τα μούτρα σου! (μη μορφάζεις)
- μαζεύομαι, κουλουριάζομαι Βικιλεξικό
- είχε ζαρώσει σε μια γωνιά κι έτρεμε ακόμα από το φόβο της
- ρυτιδιάζω αφυδατωμένος (ή αφυγραμένοςhttp://www.lexigram.gr/lex/gren/υγραμένος#Hist0) Βικιλεξικό
- τα πορτοκάλια ζάρωσαν τόσες μέρες αφάγωτα
- παύει η στύση του πέους μου, μου πέφτει, ξεκαυλώνω ή απλά κρυώνει το μόριό μου Βικιλεξικό
- ζάρωσα μόλις μου είπε ότι δεν είχε ξυριστεί
Ετυμολογία
ζαρώνω < μεσαιωνική ελληνική ζαρώνω (μικραίνω, πτυχώνομαι, τσαλακώνομαι) < οζαρώνω < ίσως από αρχαία ελληνική ὄζος (μεταξύ άλλων και το μάτι του φυτού), αλλά αβέβαιο
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →