ζατρικοειδής
•
- σπάνιοπου έχει τη μορφή ζατρικίου, σκακιέρας Βικιλεξικό
- ζατρικοειδής διακόσμηση, η. Διακόσμηση κατά την οποία σκουρόχρωμα τετράγωνα πλακίδια εναλλάσσονται με ανοιχτόχρωμα.
- Ιδιαιτέρως εξετάζονται τα σπήλαια με ενδείξεις ανθρώπινης διαβίωσης και ενίοτε εντυπωσιακές βραχογραφίες, ιδίως πλοίου του τέλους της Παλαιολιθικής ή της Μεσολιθικής Εποχής, αλλά και ζατρικοειδείς παραστάσεις ρυθμικά εναλλασσόμενων άχροων και ερυθρών τετραγώνων ενός είδους γνωστού από αξιόλογα κέντρα του Νεολιθικού πολιτισμού, ενώ ιδιαίτερη προσοχή αποδίδεται σε διάφορες ομάδες λίθινων εργαλείων.
- Ιδιαίτερα χαρακτηριστική όμως είναι μια ζατρικοειδής ζωφόρος (σημ. 32), ύψους 0,55 μ., η οποία περιτρέχει τις πλάγιες μακρές πλευρές του κυρίως ναού, καθώς και το νότιο ήμισυ της ανατολικής πλευράς.
Ετυμολογία
ζατρικοειδής < ζατρίκ(ιο) + -ο- + -ειδής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζατρικοειδής | ζατρικοειδής | ζατρικοειδές |
| Γενική | ζατρικοειδούς | ζατρικοειδούς | ζατρικοειδούς |
| Αιτιατική | ζατρικοειδή | ζατρικοειδή | ζατρικοειδές |
| Κλητική | ζατρικοειδή / ζατρικοειδής | ζατρικοειδής | ζατρικοειδές |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζατρικοειδείς | ζατρικοειδείς | ζατρικοειδή |
| Γενική | ζατρικοειδών | ζατρικοειδών | ζατρικοειδών |
| Αιτιατική | ζατρικοειδείς | ζατρικοειδείς | ζατρικοειδή |
| Κλητική | ζατρικοειδείς | ζατρικοειδείς | ζατρικοειδή |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →