ζαχαράτο
•
- γλυκό φτιαγμένο με ζάχαρη Βικιλεξικό
- Έχω και τρία ζαχαράτα – τα θέλεις έκαν δελεαστικά ό μεγάλος Ο Γιωβάν πέταξε μπρός, άκατάδεχτα, τό κάτω του χείλι. – Δεν το κάνω για τα ζαχαράτα σου, ούτε γιά τό άσπρο σου τυρί! άποκρίθηκε. Τό κάνω για σένα, Αποστόλη.
- «Ζαχαράτα!» φώναξε Ο μικρός πωλητής, που δε θα 'ταν πάνω από εφτά ή οκτώ χρονών, στράφηκε αμέσως να δείξει το εμπόρευμά του. «Ζαχαράτο απλό, δυο παράδες, Ζαχαράτο πλάκα, πέντε παράδες. Γλειφιτζούρι, οχτώ».
Ετυμολογία
ζαχαράτο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ζαχαράτος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζαχαράτο | ζαχαράτα |
| Γενική | ζαχαράτου | ζαχαράτων |
| Αιτιατική | ζαχαράτο | ζαχαράτα |
| Κλητική | ζαχαράτο | ζαχαράτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →