ζαχαριάζω
•
- για καρπούς ή μείγματα που περιέχουν ζάχαρηζαχαρώνω, κρυσταλλώνομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζαχαριάζω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ζαχαριάζω | ζαχαριάζεις | ζαχαριάζει | ζαχαριάζουμε | ζαχαριάζετε | ζαχαριάζουν / ζαχαριάζουνε |
| Παρατατικός | ζαχάριαζα | ζαχάριαζες | ζαχάριαζε | ζαχαριάζαμε | ζαχαριάζατε | ζαχάριαζαν / ζαχαριάζαν / ζαχαριάζανε |
| Αόριστος | ζαχάριασα | ζαχάριασες | ζαχάριασε | ζαχαριάσαμε | ζαχαριάσατε | ζαχάριασαν / ζαχαριάσαν / ζαχαριάσανε |
| Μέλλοντας | θα ζαχαριάζω / θα ζαχαριάσω | θα ζαχαριάζεις / θα ζαχαριάσεις | θα ζαχαριάζει / θα ζαχαριάσει | θα ζαχαριάζουμε / θα ζαχαριάσουμε | θα ζαχαριάζετε / θα ζαχαριάσετε | θα ζαχαριάζουν / θα ζαχαριάζουνε / θα ζαχαριάσουν / θα ζαχαριάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ζαχαριάσει | έχεις ζαχαριάσει | έχει ζαχαριάσει | έχουμε ζαχαριάσει | έχετε ζαχαριάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ζαχαριάσει | είχες ζαχαριάσει | είχε ζαχαριάσει | είχαμε ζαχαριάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ζαχαριάσει / να ζαχαριάζω / να ζαχαριάσω | να έχεις ζαχαριάσει / να ζαχαριάζεις / να ζαχαριάσεις | να έχει ζαχαριάσει / να ζαχαριάζει / να ζαχαριάσει | να έχουμε ζαχαριάσει / να ζαχαριάζουμε / να ζαχαριάσουμε | να έχετε ζαχαριάσει / να ζαχαριάζετε / να ζαχαριάσετε | να ζαχαριάζουν / να ζαχαριάζουνε / να ζαχαριάσουν / να ζαχαριάσουνε |
| Προστακτική | — | ζαχάριαζε / ζαχάριασε | — | — | ζαχαριάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ζαχαριάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →