ζαχαροπλάστισσα
•
- επάγγελμαθηλυκό του ζαχαροπλάστης Βικιλεξικό
- επάγγελμαη επαγγελματίας που διατηρεί ζαχαροπλαστείο ή εργάζεται σ’ αυτό και παρασκευάζει γλυκίσματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζαχαροπλάστισσα < ζαχαροπλάστης + κατάληξη θηλυκού -ισσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζαχαροπλάστισσα | ζαχαροπλάστισσες |
| Γενική | ζαχαροπλάστισσας | ζαχαροπλαστισσών |
| Αιτιατική | ζαχαροπλάστισσα | ζαχαροπλάστισσες |
| Κλητική | ζαχαροπλάστισσα | ζαχαροπλάστισσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →