Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζαχαροπλάστρια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. επάγγελμαθηλυκό του ζαχαροπλάστης Βικιλεξικό
  2. επάγγελμαη επαγγελματίας που διατηρεί ζαχαροπλαστείο ή εργάζεται σ’ αυτό και παρασκευάζει γλυκίσματα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ζαχαροπλάστρια < ζαχαροπλάστης + -τρια

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήζαχαροπλάστριαζαχαροπλάστριες
Γενικήζαχαροπλάστριαςζαχαροπλαστριών
Αιτιατικήζαχαροπλάστριαζαχαροπλάστριες
Κλητικήζαχαροπλάστριαζαχαροπλάστριες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →