ζαϊρές
•
- άλλη προφορά του ζαχιρές Βικιλεξικό
- Ποιοι κόβαν τους ζαϊρέδες εις τα στενά των Θερμοπύλων και Πέτρα κι’ αλλού και τους αφάνιζε η πείνα και χάθηκαν; (Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, κεφάλαιο Γ4)
Ετυμολογία
ζαϊρές < ζαχιρές < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική ذخيره (zahire)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζαϊρές | ζαϊρέδες |
| Γενική | ζαϊρέ | ζαϊρέδων |
| Αιτιατική | ζαϊρέ | ζαϊρέδες |
| Κλητική | ζαϊρέ | ζαϊρέδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →