ζεμάτημα
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ζεματίζω / ζεματώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζεμάτημα < ζεματώ + -μα < μεσαιωνική ελληνική ζεματίζω < ελληνιστική κοινή ζέμα < αρχαία ελληνική ζέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *i̯es-oH < *i̯es (βράζω, αφρίζω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζεμάτημα | ζεματήματα |
| Γενική | ζεματήματος | ζεματημάτων |
| Αιτιατική | ζεμάτημα | ζεματήματα |
| Κλητική | ζεμάτημα | ζεματήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →