ζεματάω
•
- μεταβατικόζεματίζω, περιβρέχω με ζεστό υγρό ή βυθίζω μέσα σε ζεστό υγρό Βικιλεξικό
- ((μεταβατικό), για υγρό) προκαλώ έγκαυμα ή αίσθημα καψίματος Βικιλεξικό
- ((αμετάβατο), στον ενεστώτα και παρατατικό) έχω πολύ μεγάλη θερμοκρασία, καίω Βικιλεξικό
- το παιδί ζεματάει από τον πυρετό
Ετυμολογία
ζεματάω < ζεματώ < ζεματίζω με μεταπλασμό σε ‑ώ < μεσαιωνική ελληνική ζεματίζω < ελληνιστική κοινή ζέμα < αρχαία ελληνική ζέω (βράζω) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *i̯es-oH < *i̯es (βράζω, αφρίζω)
Άλλοι τύποι
ζεμάταγαζεμάτισαζεματίστηκαζεματιέμαιζεματισμένοςζεματούσαζεματώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →