Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζεμπίλι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ο μεγάλος σάκος από ψάθα, χοντρό ύφασμα, δέρμα ή ελαστικό υλικό (καουτσούκ) με μεγάλο στόμιο και δύο χειρολαβές, που χρησιμεύει για την πρόχειρη μεταφορά οικοδομικών υλικών, καυσόξυλων κ.λπ. Βικιλεξικό
    • Έφαγαν … και εσήκωσαν τα κομμάτια οπού επερίσσευαν επτά ζεμπίλια. (Μάξιμος Καλλιουπολίτης (μτφ.), Η Καινή Διαθήκη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, Μάρκ. η´ 8. Γενεύη, 1638.)
  2. ναυτικός όροςο σάκος φορτοεκφόρτωσης χύμα ξηρού φορτίου Βικιλεξικό
    • Πήγανε με τα ζεμπίλια τους γεμάτα. Και τουφέκι θα είχαν, και θηλειές σταίνουν για τα κοτσύφια. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στο Χριστό, στο Κάστρο)

Ετυμολογία

ζεμπίλι < (άμεσο δάνειο) τουρκική zembil < περσική زنبیل (zambīl)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήζεμπίλιζεμπίλια
Γενικήζεμπιλιούζεμπιλιών
Αιτιατικήζεμπίλιζεμπίλια
Κλητικήζεμπίλιζεμπίλια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →