ζενερίκ
•
- κινηματογράφοςη παράθεση των συντελεστών κινηματoγραφικής ταινίας ή τηλεοπτικής παραγωγής στην αρχή ή στο τέλος· τα «γράμματα» Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζενερίκ < (άμεσο δάνειο) γαλλική générique
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →