ζέστα
•
- η ζέστη Βικιλεξικό
- μέσα στη ζέστα του καλοκαιριού
- η ζεστασιά Βικιλεξικό
- επιτέλους, ξανά στη ζέστα του σπιτιού μου
Ετυμολογία
ζέστα < μεσαιωνική ελληνική ζέστα < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ζέω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζέστα | ζέστες |
| Γενική | ζέστας | — |
| Αιτιατική | ζέστα | ζέστες |
| Κλητική | ζέστα | ζέστες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →