ζεστοκοπάω
•
- λαϊκότροποζεσταίνω κάποιον (ιδίως αν κρυώνει, αν είναι άρρωστος ή βρεμένος) Βικιλεξικό
- Τι κρύο! Χώσου κάτω από το πάπλωμα να ζεστοκοπηθείς, μη μου αρρωστήσεις.
- λαϊκότροποπαρουσιάζω ψηλή θερμοκρασία, είμαι ζεστός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζεστοκοπάω < ζεστοκοπ(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ζεστοκοπῶ. Συγχρονικά αναλύεται σε ζεστ(ός) + -ο- + -κοπάω
Άλλοι τύποι
ζεστοκοπήθηκαζεστοκοπημένοςζεστοκοπιέμαιζεστοκοπώζεστοκόπησα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →