ζευγαράκι
•
- ένα ζευγάρι νέων ερωτευμένων Βικιλεξικό
- ένα ζευγαράκι έκανε βόλτα στο πάρκο
- Ὁ ἕτερος ἀστυφύλακας μέ τό αὐτόματο σταμάτησε στήν ἐξώθυρα ἕνα ζευγαράκι, μελανούρι ἡ λεγάμενη, καί ἀπαγορεύεται αὐστηρῶς τούς λέει ἐφόσον ἡ ταυτότητα δηλώνει ἄλλη διεύθυνση (Αλέξανδρος Κοτζιάς, Αντιποίηση αρχής: μυθιστόρημα, εκδ. Κέδρος, 1979, σελ. 145)
Ετυμολογία
ζευγαράκι < ζευγάρι + κατάληξη υποκοριστικού -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζευγαράκι | ζευγαράκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | ζευγαράκι | ζευγαράκια |
| Κλητική | ζευγαράκι | ζευγαράκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →