ζευγαρίζω
•
- παρωχημένοοργώνω με ένα ζευγάρι αροτριώντων ζώων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζευγαρίζω < μεσαιωνική ελληνική < ζευγάρι + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ζευγαρίζω | ζευγαρίζεις | ζευγαρίζει | ζευγαρίζουμε | ζευγαρίζετε | ζευγαρίζουν / ζευγαρίζουνε |
| Παρατατικός | ζευγάριζα | ζευγάριζες | ζευγάριζε | ζευγαρίζαμε | ζευγαρίζατε | ζευγάριζαν / ζευγαρίζαν / ζευγαρίζανε |
| Αόριστος | ζευγάρισα | ζευγάρισες | ζευγάρισε | ζευγαρίσαμε | ζευγαρίσατε | ζευγάρισαν / ζευγαρίσαν / ζευγαρίσανε |
| Μέλλοντας | θα ζευγαρίζω / θα ζευγαρίσω | θα ζευγαρίζεις / θα ζευγαρίσεις | θα ζευγαρίζει / θα ζευγαρίσει | θα ζευγαρίζουμε / θα ζευγαρίσουμε | θα ζευγαρίζετε / θα ζευγαρίσετε | θα ζευγαρίζουν / θα ζευγαρίζουνε / θα ζευγαρίσουν / θα ζευγαρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ζευγαρίσει | έχεις ζευγαρίσει | έχει ζευγαρίσει | έχουμε ζευγαρίσει | έχετε ζευγαρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ζευγαρίσει | είχες ζευγαρίσει | είχε ζευγαρίσει | είχαμε ζευγαρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ζευγαρίσει / να ζευγαρίζω / να ζευγαρίσω | να έχεις ζευγαρίσει / να ζευγαρίζεις / να ζευγαρίσεις | να έχει ζευγαρίσει / να ζευγαρίζει / να ζευγαρίσει | να έχουμε ζευγαρίσει / να ζευγαρίζουμε / να ζευγαρίσουμε | να έχετε ζευγαρίσει / να ζευγαρίζετε / να ζευγαρίσετε | να ζευγαρίζουν / να ζευγαρίζουνε / να ζευγαρίσουν / να ζευγαρίσουνε |
| Προστακτική | — | ζευγάριζε / ζευγάρισε | — | — | ζευγαρίζετε / ζευγαρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →