Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζευγαρίζω

ρήμα
•
  1. παρωχημένοοργώνω με ένα ζευγάρι αροτριώντων ζώων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ζευγαρίζω < μεσαιωνική ελληνική < ζευγάρι + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςζευγαρίζωζευγαρίζειςζευγαρίζειζευγαρίζουμεζευγαρίζετεζευγαρίζουν / ζευγαρίζουνε
Παρατατικόςζευγάριζαζευγάριζεςζευγάριζεζευγαρίζαμεζευγαρίζατεζευγάριζαν / ζευγαρίζαν / ζευγαρίζανε
Αόριστοςζευγάρισαζευγάρισεςζευγάρισεζευγαρίσαμεζευγαρίσατεζευγάρισαν / ζευγαρίσαν / ζευγαρίσανε
Μέλλονταςθα ζευγαρίζω / θα ζευγαρίσωθα ζευγαρίζεις / θα ζευγαρίσειςθα ζευγαρίζει / θα ζευγαρίσειθα ζευγαρίζουμε / θα ζευγαρίσουμεθα ζευγαρίζετε / θα ζευγαρίσετεθα ζευγαρίζουν / θα ζευγαρίζουνε / θα ζευγαρίσουν / θα ζευγαρίσουνε
Παρακείμενοςέχω ζευγαρίσειέχεις ζευγαρίσειέχει ζευγαρίσειέχουμε ζευγαρίσειέχετε ζευγαρίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ζευγαρίσειείχες ζευγαρίσειείχε ζευγαρίσειείχαμε ζευγαρίσει——
Υποτακτικήνα έχω ζευγαρίσει / να ζευγαρίζω / να ζευγαρίσωνα έχεις ζευγαρίσει / να ζευγαρίζεις / να ζευγαρίσειςνα έχει ζευγαρίσει / να ζευγαρίζει / να ζευγαρίσεινα έχουμε ζευγαρίσει / να ζευγαρίζουμε / να ζευγαρίσουμενα έχετε ζευγαρίσει / να ζευγαρίζετε / να ζευγαρίσετενα ζευγαρίζουν / να ζευγαρίζουνε / να ζευγαρίσουν / να ζευγαρίσουνε
Προστακτική—ζευγάριζε / ζευγάρισε——ζευγαρίζετε / ζευγαρίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →