ζευγαριά
•
- ιδιωματικόπαραδοσιακό μέτρο επιφάνειας (π.χ. στις Κυκλάδες) που αντιστοιχούσε στην έκταση που μπορούσε να οργωθεί στη διάρκεια μίας ημέρας από ένα ζευγάρι, δηλ. από δύο αροτριώντα ζώα (συνήθως βοοειδή, αλλά και άλογα) Βικιλεξικό
- Οσον αφορά εις την φύτευσιν ελαιών […] δύναται να κατορθώση, ώστε να φυτεύηται κατ' έτος προθύμως εις εκάστην ζευγαριάν (τρία περίπου στρέμματα) εν και μόνον ελαιόδενδρον (από το κείμενο του Γάσπαρη Άλβυ, «Η ανομβρία εν Θήρα», στον τόμο Σαντορίνη, έκδ. του Μιχαήλ Δανέζη (Αθήνα, 1940), σ. 170)
Ετυμολογία
ζευγαριά < ζευγάρ(ι) + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζευγαριά | ζευγαριές |
| Γενική | ζευγαριάς | ζευγαριών |
| Αιτιατική | ζευγαριά | ζευγαριές |
| Κλητική | ζευγαριά | ζευγαριές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →