ζευγαρωμένος
•
- που έχει ζευγαρώσει Βικιλεξικό
- που έχει βρει το (ερωτικό) ταίρι του Βικιλεξικό
- συνταιριασμένος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζευγαρωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ζευγαρώνω
Άλλοι τύποι
ζευγαρωμέναζευγαρωμένεζευγαρωμένεςζευγαρωμένηζευγαρωμένηςζευγαρωμένοζευγαρωμένοιζευγαρωμένοςζευγαρωμένουζευγαρωμένουςζευγαρωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →