ζευκτήρας
•
- ιμάντας που δένει τα ζώα στο ζυγό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζευκτήρας < ελληνιστική κοινή ζευκτήρ < αρχαία ελληνική ζεύγνυμι / ζευγνύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζευκτήρας | ζευκτήρες |
| Γενική | ζευκτήρα | ζευκτήρων |
| Αιτιατική | ζευκτήρα | ζευκτήρες |
| Κλητική | ζευκτήρα | ζευκτήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →