Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζευκτήριος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μπορει να χρησιμοποιηθεί για ζεύξη, σύνδεση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ζευκτήριος < αρχαία ελληνική ζευκτήριος < ζεύγνυμι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζευκτήριοςζευκτήριαζευκτήριο
Γενικήζευκτήριουζευκτήριαςζευκτήριου
Αιτιατικήζευκτήριοζευκτήριαζευκτήριο
Κλητικήζευκτήριεζευκτήριαζευκτήριο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζευκτήριοιζευκτήριεςζευκτήρια
Γενικήζευκτήριωνζευκτήριωνζευκτήριων
Αιτιατικήζευκτήριουςζευκτήριεςζευκτήρια
Κλητικήζευκτήριοιζευκτήριεςζευκτήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →