ζεϊμπέκικος
•
- σχετικός με τον ζεϊμπέκη Βικιλεξικό
- χορόςγια ελληνικό λαϊκό χορό διαδεδομένο στην Μικρά Ασία από 'Ελληνες πρόσφυγες, που αρχικά χορευόταν από άντρες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζεϊμπέκικος < ζεϊμπέκης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζεϊμπέκικος | ζεϊμπέκικη | ζεϊμπέκικο |
| Γενική | ζεϊμπέκικου | ζεϊμπέκικης | ζεϊμπέκικου |
| Αιτιατική | ζεϊμπέκικο | ζεϊμπέκικη | ζεϊμπέκικο |
| Κλητική | ζεϊμπέκικε | ζεϊμπέκικη | ζεϊμπέκικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζεϊμπέκικοι | ζεϊμπέκικες | ζεϊμπέκικα |
| Γενική | ζεϊμπέκικων | ζεϊμπέκικων | ζεϊμπέκικων |
| Αιτιατική | ζεϊμπέκικους | ζεϊμπέκικες | ζεϊμπέκικα |
| Κλητική | ζεϊμπέκικοι | ζεϊμπέκικες | ζεϊμπέκικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →