ζεύγμα
•
- λόγιοκαθετί που χρησιμεύει για σύνδεσμο (ζεύξη) δυο πραγμάτων· (ειδικότερα) κατασκευή που συνδέει δυο ακτές, όπως πλωτό ή μόνιμο φράγμα, γέφυρα, πρόχειρη αποβάθρα από σχεδίες ή βάρκες κ.τ.π. Βικιλεξικό
- μεταφορικάσύνδεσμος εννοιών Βικιλεξικό
- βραχυλογικό σχήμα λόγου, όπου έχουμε μη επανάληψη μιας λέξης (ή ομάδας λέξεων), όταν μπορεί εύκολα κανείς να την (τις) καταλάβει χάρη στην προηγούμενη πρόταση Βικιλεξικό
- Χτες, στη γιορτή της Ελένης, φάγαμε πολύ ιδιαίτερα φαγητά και κρασιά. Αντί του: Χτες, στη γιορτή της Ελένης, φάγαμε πολύ ιδιαίτερα φαγητά και ήπιαμε πολύ ιδιαίτερα κρασιά.
Ετυμολογία
ζεύγμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ζεῦγμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζεύγμα | ζεύγματα |
| Γενική | ζεύγματος | ζευγμάτων |
| Αιτιατική | ζεύγμα | ζεύγματα |
| Κλητική | ζεύγμα | ζεύγματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →