ζεύκτης
•
- ηλεκτρονικήηλεκτρική συσκευή που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά ενέργειας από μια ηλεκτρική συσκευή σε άλλη, ειδικά χωρίς φυσική σύνδεση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζεύκτης < ελληνιστική κοινή ζευκτής / ζευκτός < αρχαία ελληνική ζεύγνυμι ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική coupler)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζεύκτης | ζεύκτες |
| Γενική | ζεύκτη | ζευκτών |
| Αιτιατική | ζεύκτη | ζεύκτες |
| Κλητική | ζεύκτη | ζεύκτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →