ζηλαδέρφι
•
- λαϊκότροποτα ετεροθαλή αδέρφια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζηλαδέρφι < αλληλαδέρφι (με παρετυμολόγηση από το ζηλεύω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζηλαδέρφι | ζηλαδέρφια |
| Γενική | ζηλαδερφιού | ζηλαδερφιών |
| Αιτιατική | ζηλαδέρφι | ζηλαδέρφια |
| Κλητική | ζηλαδέρφι | ζηλαδέρφια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →