Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζηλευτός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αξίζει να τον ζηλέψεις, άξιος θαυμασμού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ζηλευτός < ρηματικό επίθετο σε -τός του ζηλεύω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζηλευτόςζηλευτή / ζηλευτηζηλευτο / ζηλευτό
Γενικήζηλευτούζηλευτήςζηλευτού
Αιτιατικήζηλευτόζηλευτήζηλευτό
Κλητικήζηλευτέζηλευτήζηλευτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζηλευτοίζηλευτέςζηλευτά
Γενικήζηλευτώνζηλευτώνζηλευτών
Αιτιατικήζηλευτούςζηλευτέςζηλευτά
Κλητικήζηλευτοίζηλευτέςζηλευτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →