ζηλιάρης
•
- ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ζηλιάρης Βικιλεξικό
- Είναι ένας ζηλιάρης και μισός! συνεχώς κακολογεί όλον τον κόσμο.
Ετυμολογία
ζηλιάρης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ζηλιάρης. Συγχρονικά αναλύεται σε ζήλι(α) + -άρης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζηλιάρης | ζηλιάρηδες |
| Γενική | ζηλιάρη | ζηλιάρηδων |
| Αιτιατική | ζηλιάρη | ζηλιάρηδες |
| Κλητική | ζηλιάρη | ζηλιάρηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →