Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζηλιάρης

/ziˈʎa.ɾis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ζηλιάρης Βικιλεξικό
    • Είναι ένας ζηλιάρης και μισός! συνεχώς κακολογεί όλον τον κόσμο.

Ετυμολογία

ζηλιάρης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ζηλιάρης. Συγχρονικά αναλύεται σε ζήλι(α) + -άρης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήζηλιάρηςζηλιάρηδες
Γενικήζηλιάρηζηλιάρηδων
Αιτιατικήζηλιάρηζηλιάρηδες
Κλητικήζηλιάρηζηλιάρηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ζηλιάρης

/ziˈʎa.ɾis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ζηλεύει τους άλλους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ζηλιάρης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ζηλιάρης. Συγχρονικά αναλύεται σε ζήλι(α) + -άρης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζηλιάρηςζηλιάραζηλιάρικο
Γενικήζηλιάρηζηλιάραςζηλιάρικου
Αιτιατικήζηλιάρηζηλιάραζηλιάρικο
Κλητικήζηλιάρηζηλιάραζηλιάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζηλιάρηδεςζηλιάρεςζηλιάρικα
Γενικήζηλιάρηδων—ζηλιάρικων
Αιτιατικήζηλιάρηδεςζηλιάρεςζηλιάρικα
Κλητικήζηλιάρηδεςζηλιάρεςζηλιάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →