ζηλιάρικος
•
- προφορικόπου έχει σχέση με ζηλιάρη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζηλιάρικος < ζηλιάρης + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζηλιάρικος | ζηλιάρικη | ζηλιάρικο |
| Γενική | ζηλιάρικου | ζηλιάρικης | ζηλιάρικου |
| Αιτιατική | ζηλιάρικο | ζηλιάρικη | ζηλιάρικο |
| Κλητική | ζηλιάρικε | ζηλιάρικη | ζηλιάρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζηλιάρικοι | ζηλιάρικες | ζηλιάρικα |
| Γενική | ζηλιάρικων | ζηλιάρικων | ζηλιάρικων |
| Αιτιατική | ζηλιάρικους | ζηλιάρικες | ζηλιάρικα |
| Κλητική | ζηλιάρικοι | ζηλιάρικες | ζηλιάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →