Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζηλιάρικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. προφορικόπου έχει σχέση με ζηλιάρη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ζηλιάρικος < ζηλιάρης + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζηλιάρικοςζηλιάρικηζηλιάρικο
Γενικήζηλιάρικουζηλιάρικηςζηλιάρικου
Αιτιατικήζηλιάρικοζηλιάρικηζηλιάρικο
Κλητικήζηλιάρικεζηλιάρικηζηλιάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζηλιάρικοιζηλιάρικεςζηλιάρικα
Γενικήζηλιάρικωνζηλιάρικωνζηλιάρικων
Αιτιατικήζηλιάρικουςζηλιάρικεςζηλιάρικα
Κλητικήζηλιάρικοιζηλιάρικεςζηλιάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →