Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζηλωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. εκκλησιαστικός όροςπου έχει σχέση ή αναφέρεται στον ζηλωτή ή τους Ζηλωτές Βικιλεξικό
    • Αρχιμανδρίτης Βασίλειος Παπαδάκης, Το Σχίσμα του Ζηλωτικού Παλαιοημερολογιτισμού, εκδ. Σταμούλης, 2008
    • Και αυτά ακόμη τα ιστορικά γεγονότα διαψεύδουν τις εκτιμήσεις περί λαοπρόβλητης Ζηλωτικής κίνησης (Βυζαντινά, τόμος 18, 1996, σελ. 282)
    • Τόν Γέροντα Γαβριήλ Διονυσιάτη , ὅταν ἦταν σέ ἔξαρση τά ζηλωτικά στό Ἅγιον Ὄρος, νά κρατᾶ μέ τό κῦρος του ἰσορροπίες καί νά διασφαλίζει τήν ἐκκλησιολογική γραμμή τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος μέ τή σοφία του (Αρχιμανδρίτου του Οικουμενικού Θρόνου, Χρυσοστόμου Παπαδάκη. Φιλάγια Εντρυφήματα, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου, 2022 https://www.google.gr/books/edition/%CE%A6%CE%B9%CE%BB%CE%AC%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CE%95%CE%BD%CF%84%CF%81%CF%85%CF%86%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1/RC5tEAAAQBAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%22%CE%B6%CE%B7%CE%BB%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AC%22&pg=PT165&printsec=frontcover)
  2. εκκλησιαστικός όροςπου έχει σχέση ή αναφέρεται στον ζηλωτή ή τους Ζηλωτές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ζηλωτικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ζηλωτικός κατά τη σημασία του ζηλωτής ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζηλωτικόςζηλωτικήζηλωτικό
Γενικήζηλωτικούζηλωτικήςζηλωτικού
Αιτιατικήζηλωτικόζηλωτικήζηλωτικό
Κλητικήζηλωτικέζηλωτικήζηλωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζηλωτικοίζηλωτικέςζηλωτικά
Γενικήζηλωτικώνζηλωτικώνζηλωτικών
Αιτιατικήζηλωτικούςζηλωτικέςζηλωτικά
Κλητικήζηλωτικοίζηλωτικέςζηλωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →