ζημιάρικος
•
- προφορικόπου έχει σχέση με ζημιάρη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζημιάρικος < ζημιάρης + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζημιάρικος | ζημιάρικη | ζημιάρικο |
| Γενική | ζημιάρικου | ζημιάρικης | ζημιάρικου |
| Αιτιατική | ζημιάρικο | ζημιάρικη | ζημιάρικο |
| Κλητική | ζημιάρικε | ζημιάρικη | ζημιάρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ζημιάρικοι | ζημιάρικες | ζημιάρικα |
| Γενική | ζημιάρικων | ζημιάρικων | ζημιάρικων |
| Αιτιατική | ζημιάρικους | ζημιάρικες | ζημιάρικα |
| Κλητική | ζημιάρικοι | ζημιάρικες | ζημιάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →