Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζημιάρικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. προφορικόπου έχει σχέση με ζημιάρη ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ζημιάρικος < ζημιάρης + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζημιάρικοςζημιάρικηζημιάρικο
Γενικήζημιάρικουζημιάρικηςζημιάρικου
Αιτιατικήζημιάρικοζημιάρικηζημιάρικο
Κλητικήζημιάρικεζημιάρικηζημιάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζημιάρικοιζημιάρικεςζημιάρικα
Γενικήζημιάρικωνζημιάρικωνζημιάρικων
Αιτιατικήζημιάρικουςζημιάρικεςζημιάρικα
Κλητικήζημιάρικοιζημιάρικεςζημιάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →