Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζημιογόνος

/zi.mi.oˈɣo.nos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ζημιώνει, προκαλεί ζημία Βικιλεξικό
    • το κάπνισμα είναι ζημιογόνο για την υγεία
    • Ωστόσο, οι καύσωνες της Άνοιξης και ιδίως του Μάιου, παραδόξως, είναι και ωφέλιμοι γιατί είναι ζημιογόνοι για τον Δάκο. Και αυτό γιατί είναι γνωστό ότι ακμαία άτομα Δάκου που εκτίθενται επί αρκετό χρόνο σε θερμοκρασίες άνω 32^ο αδρανοποιούνται και άνω των 36^ο θνήσκουν. (Ν. Μιχελάκης, Καύσωνες εναντίον Ελιάς αλλά και … Δάκου! Πιθανοί κίνδυνοι αλλά και ...οφέλη., Σύλλογος Ελαιοκομικών Δήμων Κρήτης, 14/5/2020 https://sedik.gr/arxeio-elaioneon/2020/1864-kausones-enantion-elias-alla-kai-dakou)
  2. ειδικότεραπου αφορά αρνητικό ισοζύγιο εσόδων Βικιλεξικό
    • το σφάλμα της διοίκησης απέβη ζημιογόνο για την εταιρεία

Ετυμολογία

ζημιογόνος < ζημι(α) + -ο- + -γόνος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζημιογόνοςζημιογόνα / ζημιογόνοςζημιογόνο
Γενικήζημιογόνουζημιογόνας / ζημιογόνουζημιογόνου
Αιτιατικήζημιογόνοζημιογόνα / ζημιογόνοζημιογόνο
Κλητικήζημιογόνεζημιογόνα / ζημιογόνεζημιογόνο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήζημιογόνοιζημιογόνες / ζημιογόνοιζημιογόνα
Γενικήζημιογόνωνζημιογόνωνζημιογόνων
Αιτιατικήζημιογόνουςζημιογόνες / ζημιογόνουςζημιογόνα
Κλητικήζημιογόνοιζημιογόνες / ζημιογόνοιζημιογόνα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →