ζητιανιά
•
- το να ζητιανεύει κάποιος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζητιανιά < ζητιάνος + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζητιανιά | ζητιανιές |
| Γενική | ζητιανιάς | ζητιανιών |
| Αιτιατική | ζητιανιά | ζητιανιές |
| Κλητική | ζητιανιά | ζητιανιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →