ζητωκραυγάζω
•
- αμετάβατοεπευφημώ με ενουσιασμό φωνάζοντας "ζήτω!" Βικιλεξικό
- μεταβατικόεκφράζω θαυμασμό και επιδοκιμασία για κάποιον φωνάζοντας "ζήτω!" Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζητωκραυγάζω < ζητωκραυγ(ή) + -άζω < ζήτω + κραυγή :: Η λέξη μαρτυρείται από το 1870
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ζητωκραυγάζω | ζητωκραυγάζεις | ζητωκραυγάζει | ζητωκραυγάζουμε | ζητωκραυγάζετε | ζητωκραυγάζουν / ζητωκραυγάζουνε |
| Παρατατικός | ζητωκραύγαζα | ζητωκραύγαζες | ζητωκραύγαζε | ζητωκραυγάζαμε | ζητωκραυγάζατε | ζητωκραυγάζαν / ζητωκραυγάζανε / ζητωκραύγαζαν |
| Αόριστος | ζητωκραύγασα | ζητωκραύγασες | ζητωκραύγασε | ζητωκραυγάσαμε | ζητωκραυγάσατε | ζητωκραυγάσαν / ζητωκραυγάσανε / ζητωκραύγασαν |
| Μέλλοντας | θα ζητωκραυγάζω / θα ζητωκραυγάσω | θα ζητωκραυγάζεις / θα ζητωκραυγάσεις | θα ζητωκραυγάζει / θα ζητωκραυγάσει | θα ζητωκραυγάζουμε / θα ζητωκραυγάσουμε | θα ζητωκραυγάζετε / θα ζητωκραυγάσετε | θα ζητωκραυγάζουν / θα ζητωκραυγάζουνε / θα ζητωκραυγάσουν / θα ζητωκραυγάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ζητωκραυγάσει | έχεις ζητωκραυγάσει | έχει ζητωκραυγάσει | έχουμε ζητωκραυγάσει | έχετε ζητωκραυγάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ζητωκραυγάσει | είχες ζητωκραυγάσει | είχε ζητωκραυγάσει | είχαμε ζητωκραυγάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ζητωκραυγάσει / να ζητωκραυγάζω / να ζητωκραυγάσω | να έχεις ζητωκραυγάσει / να ζητωκραυγάζεις / να ζητωκραυγάσεις | να έχει ζητωκραυγάσει / να ζητωκραυγάζει / να ζητωκραυγάσει | να έχουμε ζητωκραυγάσει / να ζητωκραυγάζουμε / να ζητωκραυγάσουμε | να έχετε ζητωκραυγάσει / να ζητωκραυγάζετε / να ζητωκραυγάσετε | να ζητωκραυγάζουν / να ζητωκραυγάζουνε / να ζητωκραυγάσουν / να ζητωκραυγάσουνε |
| Προστακτική | — | ζητωκραύγαζε / ζητωκραύγασε | — | — | ζητωκραυγάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ζητωκραυγάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →