ζιαμέτι
•
- ιστορίαέκταση γης (ή έσοδα από έκταση γης) που παραχωρούνταν από τον σουλτάνο σε κάποιον ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες του, ιδίως στον στρατιωτικό τομέα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζιαμέτι < τουρκική ziamet < οθωμανική τουρκική زعامت (zeamet) < αραβική زعامة (zaʻāmat, εξουσία)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζιαμέτι | ζιαμέτια |
| Γενική | ζιαμετιού | ζιαμετιών |
| Αιτιατική | ζιαμέτι | ζιαμέτια |
| Κλητική | ζιαμέτι | ζιαμέτια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →