Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζιαφέτι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παρωχημένοσυμπόσιο, διασκέδαση, γλέντι, τσιμπούσι, ξεφάντωμα Βικιλεξικό
    • Σαν τέλειωνε η λειτουργιά, άρχιζε το ζιαφέτι στου κυρ-Θωμά, του επιτρόπου. Σκόλη δεν περνούσε, που να μην τον έχει καλεσμένο ο κυρ-Θωμάς. (Αργύρης Εφταλιώτης, Φυλλάδες του Γεροδήμου, δ)

Ετυμολογία

ζιαφέτι < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική ? (τουρκική ziyafet) < περσική ضيافت (ziafat) < αραβική ضيافة (ziafat)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήζιαφέτιζιαφέτια
Γενικήζιαφετιούζιαφετιών
Αιτιατικήζιαφέτιζιαφέτια
Κλητικήζιαφέτιζιαφέτια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →