ζιβάγκο
•
- ενδυμασίακλειστός κι ανυψωμένος γιακάς που τυλίγει γύρω από το λαιμό, καλύπτοντάς τον Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάείδος μπλούζας ή πουλόβερ που φοριέται κυρίως το χειμώνα κι έχει τον παραπάνω γιακά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζιβάγκο < (άμεσο δάνειο) αγγλική Zhivago (τίτλος της ταινίας Doctor Zhivago (1965), όπου ο ήρωας φοράει πουλόβερ με τέτοιο γιακά) < ρωσική Живаго (όνομα του ήρωα στο μυθιστόρημα Δόκτωρ Ζιβάγκο (1957) του ρώσου Μπορίς Παστερνάκ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →