ζιβανία
•
- ποτόκυπριακό παραδοσιακό οινοπνευματώδες ποτό, παρόμοιο με το ρακί και το τσίπουρο Βικιλεξικό
- Ζιβανία ή Ζιβάνα ή Τζιβανία είναι το απόσταγμα στεμφύλων σταφυλής που παράγεται σε ειδικά καζάνια με τη μέθοδο της απόσταξης
Ετυμολογία
ζιβανία < ζίβανα (τα στέμφυλα, ό,τι απομένει από το πάτημα των σταφυλιών) + -ία (Παραβάλετε την μορφή ζιβάνα με μετακίνηση τόνου) < μεσαιωνική ελληνική τὰ στίβανα < αρχαία ελληνική στείβω (συμπιέζω). Σύμφωνα με τον Μπαμπινιώτη πρόκειται για αντιδάνειο, η παραφθορά [z < st] συνέβη στην ξένη γλώσσα.
Άλλοι τύποι
ζιβάνατζιβανία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →