ζιπούνι
•
- ενδυμασίαείδος ζακέτας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζιπούνι < μεσαιωνική ελληνική ζιπούνι(ν) < ζιπόνιν < βενετική zipon
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζιπούνι | ζιπούνια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | ζιπούνι | ζιπούνια |
| Κλητική | ζιπούνι | ζιπούνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →