Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ζνίχι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παρωχημένοο αυχένας, ο σβέρκος, τράχηλος Βικιλεξικό
    • Στὸ ζνίχι κι ὁ Δυσσέας χτυπάει, κατὰ τ' αὐτὶ ἀποκάτου, / καὶ μέσα σπάει τὰ κόκαλα· καὶ κόκκινο αἷμα τρέχει / ἀπὸ τὸ στόμα. Βόγγησε κι ἔπεσε χάμου ὁ Ἶρος. (Όμηρος, Οδύσσεια, σ 96, μτφρ. Αργύρης Εφταλιώτης)

Ετυμολογία

ζνίχι < μεσαιωνική ελληνική ζινίχιον < αρχαία ελληνική ζεύγνυμι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήζνίχιζνίχια
Γενικήζνιχιούζνιχιών
Αιτιατικήζνίχιζνίχια
Κλητικήζνίχιζνίχια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →